Μακροπρόθεσμοι στόχοι δεν μπορούν να επιτευχθούν στον πολιτικό χρόνο μιας κυβέρνησης ή μιας τετραετίας
Συνέντευξη Προέδρου Δ.Σ. του ΣΕΒ Σπύρου Θεοδωρόπουλου στον δημοσιογράφο Γιάννη Παπαγιαννίδη, στην ειδική έκδοση “Δίκαιο & Επιχειρήσεις” της Καθημερινής της Κυριακής
Σε μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα κυριαρχεί, ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, Πρόεδρος του ΣΕΒ, περιγράφει τις πραγματικές αντοχές αλλά και τα όρια της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Μιλώντας για τις επενδύσεις που «δεν σταματούν αλλά καθυστερούν», για την ανάγκη ουσιαστικού κοινωνικού διαλόγου και για τη σταδιακή μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, επισημαίνει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν τη θέση της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό τους πάντες να εξηγούν ότι το βασικό στοιχείο της τωρινής περιόδου είναι η αβεβαιότητα. «Να δούμε πόσο θα διαρκέσει η κρίση, να δούμε πώς θα λειτουργήσουν οι μηχανισμοί μεταβίβασης του ενεργειακού σοκ, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να δούμε τι θα αφήσει πίσω». Οι επιχειρηματικές επενδύσεις, από δω και μέχρι να αποσβεσθεί το σοκ της κρίσης, θα πάνε πίσω; Θα παγώσουν; Θα συνεχιστούν;
Οι επενδύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη δεν πρόκειται να σταματήσουν, ούτε να ανασταλούν. Εκείνο όμως το οποίο σίγουρα συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι ότι οι επενδύσεις εκείνες που προγραμματίζονταν να ξεκινήσουν -ή που βρίσκονταν σε πρώιμες φάσεις προγραμματισμού- σίγουρα δεν θα προχωρήσουν μέχρις ότου καθαρίσει λίγο περισσότερο το περιβάλλον. Και να έχουμε καλύτερη ορατότητα.
Αυτή τη μη ορατότητα, την ανησυχία κατά βάθος, υπάρχει τρόπος να την καταπολεμήσει κανείς -η επιχείρηση- ή απλώς την υφίσταται; Και περιμένει…
Σε τέτοιες δύσκολες φάσεις, περισσότερο παίζουμε άμυνα και λιγότερο επίθεση. Πραγματικός τρόπος για να καταπολεμήσεις την ανασφάλεια προοπτικής δεν υπάρχει. Υπάρχουν κάποιοι τρόποι να τη μειώσεις σε έναν βαθμό, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να πεις «αποκτώ ορατότητα στον ορίζοντα».
Την ίδια στιγμή, ο ΣΕΒ συμπαρατάχθηκε, πήρε μάλιστα και πρωτοβουλίες, στην υπόθεση του Κοινωνικού Διαλόγου, ενώ ανταποκρίθηκε και ο κόσμος της εργασίας. Στον ερχόμενο από παλιές εποχές αλλά εκσυγχρονισμένο Κοινωνικό Διάλογο, τι νέα στοιχεία φέρνει; Και τι μπορεί να υποσχεθεί αυτή η διαδικασία στις σημερινές συνθήκες;
Ο Κοινωνικός Διάλογος μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά στην ελληνική οικονομία. Κατ’ αρχάς μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία – στην οποία όλοι αναγνωρίζουμε ότι ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων βρίσκεται σε πραγματικό πρόβλημα από πλευράς αξιοπρεπούς διαβίωσης, άρα μπορεί να βοηθήσει σε κάποιο βαθμό στη βελτίωση των αμοιβών. Όχι σε μεγάλο βαθμό, για να είμαστε ειλικρινείς, αλλά μπορεί να βοηθήσει σε αυτό το επίπεδο.
Δεύτερο πεδίο στο οποίο μπορεί να βοηθήσει είναι ότι -μετά από δύο ή τρία χρόνια- οι προβλέψεις για την Ελλάδα λένε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα πέσει στην περιοχή του 1%. Χρειάζεται λοιπόν να φροντίσουμε να κατευθύνουμε από δω και πέρα την εκπαίδευση των ανθρώπων σε τομείς οι οποίοι θα μπορέσουν να βοηθήσουν το παραγωγικό μοντέλο και συνεπώς να φέρουν αύξηση της παραγωγής.
Δηλαδή;
Για να γίνω πιο σαφής, χρειάζεται να επανακατευθύνουμε τα νέα παιδιά πιο πολύ προς τεχνικά επαγγέλματα. Τα οποία -σημειώνω- είναι και περισσότερο προστατευμένα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη που επελαύνει, σε σχέση με τα πιο παραδοσιακά. Συν, να φροντίσουμε να δημιουργήσουμε κατάλληλους πόρους, καθώς οι ανθρώπινοι πόροι αποτελούν το βασικό στοιχείο μιας καλύτερης πορείας στο αύριο.
Εδώ, μου προκύπτουν τρία ερωτήματα. Πρώτον, κατά πόσον η άλλη πλευρά -η συνδικαλιστική, δηλαδή ο κόσμος της εργασίας, όπως αυτός αντιπροσωπεύεται- προσέρχεται σε αυτή τη συζήτηση. Δεύτερον, όταν μιλάς για προσπάθεια να χτιστεί κοινωνική συναίνεση, έρχεται στη μέση ο πολιτικός κόσμος που -με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο- σπέρνει οξύτητα. Και το τρίτον: θυμόμαστε ακόμη πώς να μιλάμε μεταξύ μας; Υπό ποιες συνθήκες η Ελληνίδα μάνα -γιατί αυτό είναι ο πυρήνας της κοινωνίας- θα δεχτεί το παιδί της να πάει σε έναν κλάδο μικρότερης κοινωνικής αποδοχής από τον γιατρό-δικηγόρο-αρχιτέκτονα;
Θα ξεκινήσω από το τρίτο ερώτημά σας. Αναφέρεστε στα στερεότυπα της ελληνικής κοινωνίας, τα οποία πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι μαζί να τα ξεπεράσουμε. Δεν θα γίνει αυτό σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα θα χρειαστεί όλοι να μαχηθούμε ενάντια στα στερεότυπα. Ξέρετε, όμως, θα βοηθήσει και η ίδια η ζωή στο να καταπολεμηθούν τα στερεότυπα…
Υπό ποια έννοια;
Πολύ σύντομα θα δούμε τις αμοιβές των τεχνικών επαγγελμάτων να είναι πάρα πολύ καλύτερες από τις αμοιβές των παραδοσιακών επαγγελμάτων. Στα άλλα δύο που θέσατε: ο κόσμος της εργασίας προσέρχεται σε γόνιμο διάλογο μαζί μας. Γόνιμο. Το έχουμε πετύχει αυτή τη στιγμή, και απόδειξη είναι η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία την οποία υπογράψαμε [Σημ.: τον Νοέμβριο του 2025]. Η κοινωνία θα μας υποστηρίξει, είναι πιο ώριμη από τους πολιτικούς -το πιστεύω προσωπικά- και θα αντιληφθεί τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η οξύτητα. Όντας και φύσει αισιόδοξος, θα σας πω ότι ο κόσμος συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο ότι η οξύτητα και η αντιπαράθεση και η τοξικότητα δεν μας οδηγούν σε καλά αποτελέσματα. Οπότε, πιστέψτε με, με ξεκίνημα και από αυτήν την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία πρέπει να αποδείξουμε ότι μπορούμε να κουβεντιάσουμε, μπορούμε να συζητήσουμε, αντί να βρίζουμε ο ένας τον άλλο.
Αυτό το πνεύμα μιας κάποιας συζήτησης θα μπορούσε να βοηθήσει και στην προσπάθεια να προδιαγραφεί εκείνο στο οποίο όλοι αναφερόμαστε και για το οποίο όλοι προσευχόμαστε, πλην όμως κανείς δεν εξειδικεύει: το «νέο παραγωγικό μοντέλο»;
Το τι ακριβώς είναι το νέο παραγωγικό μοντέλο μπορεί να το προδιαγράψουμε σε γενικές γραμμές μόνο. Στην οικονομία μας: να μειωθεί η συμμετοχή της κατανάλωσης, να μειωθεί η συμμετοχή των υπηρεσιών, να αυξηθεί η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών. Αυτός είναι ο στόχος – όλων.
Σε παρόμοιους στόχους δεν γίνεται να φθάσουμε αν δεν κάνουμε ψύχραιμες αναλύσεις των πραγμάτων, κι αν δεν θέτουμε ενδιάμεσους στόχους οι οποίοι να είναι μακροπρόθεσμοι αλλά χρειάζεται και να υιοθετηθούν από περισσότερα από ένα πολιτικά κόμματα ώστε να προχωρήσουν. Και τούτο επειδή η εφαρμογή τους θα είναι κατ’ ανάγκην μακροπρόθεσμη. Δεν μπορούν παρόμοιοι στόχοι να επιτευχθούν στον πολιτικό χρόνο μιας κυβέρνησης ή μιας τετραετίας.
Μιας οποιασδήποτε κυβέρνησης…
Αν μπορέσουμε, τελικά, θα θέσουμε έναν στόχο και να τον υπηρετήσουμε σε μεγάλο χρονικό βάθος, τότε νομίζω ότι θα πετύχουμε καλά αποτελέσματα.
Πριν από λίγο καιρό, ελήφθησαν από την κυβέρνηση μια σειρά από μέτρα για το εκρηκτικό ενεργειακό ζήτημα στη βιομηχανία. Έχετε κατά καιρούς μιλήσει -και μιλά έντονα ο κόσμος των επιχειρήσεων, και των μεγάλων ενεργοβόρων αλλά και των πολλών μικρομεσαίων- για το θέμα. Και όταν ελήφθησαν τα μέτρα για το ενεργειακό, είπατε ένα «Ευχαριστούμε», πολιτισμένα πράγματα! Όμως αρκεί ό,τι αποφασίστηκε;
Σίγουρα δεν αρκεί.
Το ενεργειακό βάρος θα συνεχίσει να είναι μεγάλο για τη βιομηχανία; Και πού θα μπορούσε να αναζητηθεί μεγαλύτερη στήριξη, ώστε να μη δούμε να ψαλιδίζεται και η παραγωγή από την ενεργειακή επιβάρυνση;
Το νέο περιβάλλον που δημιουργήθηκε στον τομέα της ενέργειας εδώ και κάποιες εβδομάδες -και δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει απόλυτα-, είναι το CISAF [Σημ.: Clean Industrial Deal State Aid Framework/Προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων στην ΕΕ, που επιτρέπει από το 2025 έως το 2030 τη στήριξη της βιομηχανίας από εθνικούς πόρους με στόχο την ενεργειακή μετάβαση ή/και την απανθρακοποίηση], το οποίο ως στόχο έχει να αφήσει, μετά από πολλά χρόνια, να υπάρξει η ελευθερία να βοηθήσουν οι κυβερνήσεις τις επιχειρήσεις των χωρών τους πριμοδοτώντας το ενεργειακό κόστος. Αυτού του συστήματος θα γίνει σίγουρα μεγαλύτερη χρήση από χώρες που έχουν χαμηλό χρέος, ενώ ασφαλώς θα είναι πιο δύσκολη υπόθεση για χώρες με υψηλό χρέος όπως η Ελλάδα.
Οπωσδήποτε πάντως πρόκειται για βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση: από δω και πέρα θα είναι επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης σε ποιο βαθμό θέλει -όσο της επιτρέπει ο δημοσιονομικός χώρος που διαθέτει και τα υπερπλεονάσματα τα οποία παράγονται αυτή τη στιγμή- ένα κομμάτι από αυτά να κατευθυνθεί και στην ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία.
Προοπτικές;
Πρόκειται για μια καθαρή πολιτική απόφαση της κυβέρνησης…
Στους Δελφούς, στο Οικονομικό Φόρουμ, ακούσαμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να λέει -στη συζήτηση με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα- ότι θα χρειαστεί να υπάρχει ένα Plan B. Στρεφόταν εν προκειμένω προς την Ευρώπη, σε ένα Ευρωπαϊκό Plan B. «Ελληνικό Plan B» θα ήταν άραγε αυτό που υπαινίσσεστε τώρα; Μεγαλύτερη διάθεση των υπερπλεονασμάτων σε αυτή την κατεύθυνση;
Σίγουρα. Στον βαθμό που θα θελήσει ο δημόσιος προϋπολογισμός να βοηθήσει στην απορρόφηση του ενεργειακού κόστους, έχει τις δυνατότητες. Αλλά… υπάρχουν και άλλες ανάγκες. Οπότε παραμένουμε εν αναμονή.
