Ενέργεια, ανταγωνιστικότητα και το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Άρθρο κας Ράνιας Αικατερινάρη, Προέδρου της Εκτελεστικής Επιτροπής και Αντιπροέδρου Δ.Σ. ΣΕΒ, στα Νέα
Η νέα απότομη άνοδος των τιμών ενέργειας στην Ευρώπη υπενθυμίζει ότι η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας δεν είναι δεδομένη. Λίγα χρόνια μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η εντεινόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα επαναφέρει το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος των λογαριασμών ρεύματος και την ικανότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να ανταγωνιστούν οικονομίες με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Αφορά εξίσου τη μεγάλη μεταβλητότητα των τιμών και την περιορισμένη δυνατότητα πρόβλεψής τους. Για μια επιχείρηση που σχεδιάζει επενδύσεις με πολυετή ορίζοντα, αυτή η αβεβαιότητα αποτελεί σημαντικό επενδυτικό αντικίνητρο.
Η Ευρώπη βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Από τη μία η πράσινη μετάβαση είναι αναγκαία, από την άλλη πρέπει να σχεδιαστεί με τρόπο που να διατηρεί ισχυρή και ανταγωνιστική την ευρωπαϊκή παραγωγική βάση. Η απώλεια βιομηχανικής παραγωγής και επενδύσεων δεν σημαίνει μόνο απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, χαμηλότερη ανάπτυξη και λιγότερη ευημερία. Δημιουργεί παράλληλα κινδύνους ασφάλειας εφοδιασμού σε κρίσιμα βιομηχανικά αγαθά. Το παράδειγμα των διυλιστηρίων είναι χαρακτηριστικό: από το 2009 έχουν κλείσει 30 από τα 100 που λειτουργούσαν στην Ευρώπη. Και, τελικά, το υψηλότερο ενεργειακό κόστος στην παραγωγή μετακυλίεται στις τιμές των προϊόντων, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πόσο θα διαρκέσει η νέα ενεργειακή κρίση. Αλλά αν η Ευρώπη διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία για να διαχειρίζεται τέτοιες διαταραχές και αν μπορεί να συμφωνήσει σε έναν μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό και στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, ώστε απανθρακοποίηση και ανταγωνιστικότητα να συμβαδίζουν μέσα σε μια πιο ολοκληρωμένη και λιγότερο κατακερματισμένη ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά.
Πολλά κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αναδεικνύουν το πρόβλημα της διαφορετικής έκθεσής τους στις ενεργειακές ανατιμήσεις και τα περιορισμένα περιθώρια για μονομερή μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, καθώς όλες οι παρεμβάσεις εντάσσονται σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται ότι αρχίζει να αναγνωρίζει αυτήν την ανάγκη. Το Clean Industrial Deal State Aid Framework (CISAF) και το Middle East Temporary State Aid Framework (METSAF) έρχονται να προσφέρουν μια πρώτη ανάσα. Το CISAF επιτρέπει την προσωρινή στήριξη του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, ενώ το METSAF διευρύνει τα περιθώρια παρέμβασης μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή, επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, τη σώρευση ενισχύσεων στις εταιρείες που λαμβάνουν αντιστάθμιση. Καθώς οι πιέσεις επιμένουν, η ΕΕ εξετάζει πλέον πώς το METSAF μπορεί να επεκταθεί και μετά το τέλος του 2026.
Η συζήτηση αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Η ελληνική πλευρά έχει θέσει ευθέως το ζήτημα μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας για προσωρινά μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης. Παράλληλα, η απόφαση της κυβέρνησης για στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος με ποσό έως €95 εκατ. αποτελεί σημαντική εθνική παρέμβαση, αξιοποιώντας το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η στήριξη αυτή είναι σημαντική γιατί περιορίζει τις άμεσες πιέσεις και δίνει στις επιχειρήσεις πολύτιμο χρόνο. Δεν επιλύει, όμως, το διαρθρωτικό πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους που αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ο ΣΕΒ και η BusinessEurope εργάζονται για μια ισχυρή κοινή ευρωπαϊκή φωνή των επιχειρήσεων, με στόχο ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει τις επενδύσεις και στηρίζει την παραγωγή. Μέσα από τον διάλογο με την Πολιτεία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καταθέτουμε προτάσεις και για τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Για παράδειγμα, αναφορικά με την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού Σύστηματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), υπογραμμίζουμε ότι απαιτείται ένα ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης επενδύσεων και εφαρμογής τεχνολογιών απανθρακοποίησης σε βιομηχανική κλίμακα έως το 2040. Διεκδικούμε επίσης ομαλότερη πορεία μείωσης των εκπομπών, παράταση της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων στη βιομηχανία και αποτελεσματικότερη προστασία των ευρωπαϊκών εξαγωγών απέναντι σε ανταγωνιστές τρίτων χωρών που δεν επιβαρύνονται με το κόστος άνθρακα. Διεκδικούμε, δηλαδή, όρους ίσου ανταγωνισμού.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται πλέον να ακούει περισσότερο τις επιχειρήσεις. Το ζητούμενο είναι αυτή η αλλαγή να μεταφραστεί σε ταχύτερες αποφάσεις, που θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια Ευρώπη που παράγει ανταγωνιστικά, επενδύει, καινοτομεί και δημιουργεί περισσότερη ευημερία, μειώνοντας παράλληλα τις εκπομπές της.
