Περισσότερη αξία με λιγότερους πόρους: η κυκλική οικονομία ως πηγή παραγωγικότητας
Άρθρο κ. Γιώργου Χριστόπουλου, Γενικού Διευθυντή ΣΕΒ στην ειδική έκδοση «Circular Greece», Βήμα της Κυριακής
Για χρόνια η κυκλική οικονομία αντιμετωπιζόταν, από ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανίας, ως κάτι αποκομμένο από την ευρύτερη επιχειρηματική στρατηγική μιας επιχείρησης. Αυτό έχει πλέον αλλάξει και τα δεδομένα επιβεβαιώνουν τη στροφή: σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του World Economic Forum σε δέκα βιομηχανικούς κλάδους, το 75% των επιχειρήσεων που εφαρμόζουν κυκλικές πρακτικές τις θεωρεί σημαντικές ή εξαιρετικά σημαντικές, από 40% πριν τρία χρόνια. Μόλις το 3% τις υιοθετεί αποκλειστικά για λόγους βιωσιμότητας. Η συντριπτική πλειονότητα τις επιλέγει για λόγους κερδοφορίας και ανθεκτικότητας, ενώ έως και το 73% αναμένει αύξηση εσόδων από την εφαρμογή τους. Τη μετατόπιση αυτή αποτυπώνει και το επερχόμενο Circular Economy Act της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που σχεδιάζεται πρωτίστως ως εργαλείο ανταγωνιστικότητας και ασφάλειας εφοδιασμού.
Η λογική είναι απλή. Κάθε τόνος υλικού που ανακτάται αντί να αγοραστεί, κάθε υποπροϊόν που επιστρέφει στην παραγωγή, κάθε απόβλητο που γίνεται εισροή σε επόμενη διεργασία, μειώνει ταυτόχρονα το κόστος πρώτων υλών, το κόστος διαχείρισης αποβλήτων και την εξάρτηση από εισαγόμενες ύλες με αβέβαιη τιμή και διαθεσιμότητα. Αφορά το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων. Ενδεικτικά, σε μια βιομηχανία μετάλλων, η αξιοποίηση scrap απαιτεί σημαντικά λιγότερη ενέργεια ανά τόνο σε σχέση με το παρθένο μετάλλευμα, πλεονέκτημα κρίσιμο για μια χώρα με υψηλό ενεργειακό κόστος. Αντίστοιχα, μια βιομηχανία πλαστικών που λειτουργεί κυκλικά μειώνει τις ανάγκες σε εισαγωγές πολυμερών.
Παράλληλα, η κυκλικότητα δημιουργεί νέες πηγές εσόδων: εμπορική αξιοποίηση ρευμάτων αποβλήτων, μοντέλα προϊόντος ως υπηρεσίας, επισκευή και ανακατασκευή, καθώς και πρόσβαση σε πελάτες που έχουν πλέον δικές τους δεσμεύσεις κυκλικότητας και επιλέγουν προμηθευτές με αυτά τα κριτήρια. Η μονάδα που ενσωματώνει την κυκλικότητα στον ίδιο τον σχεδιασμό των προϊόντων της δεν μειώνει απλώς το κόστος της, διευρύνει την αγορά της.
Για την Ελλάδα η ευκαιρία είναι συγκεκριμένη. Διαθέτουμε κλάδους, όπως τα μέταλλα, το τσιμέντο, τα τρόφιμα, τα χημικά και τα υλικά συσκευασίας, όπου τα κυκλικά μοντέλα είναι ήδη τεχνολογικά και οικονομικά ώριμα. Το ζητούμενο δεν είναι η ανακάλυψη νέων λύσεων, αλλά η επιτάχυνση της εφαρμογής τους. Αυτή προϋποθέτει ένα περιβάλλον που διευκολύνει: απλούστερη αδειοδότηση στη διαχείριση αποβλήτων, λειτουργικά κριτήρια αποχαρακτηρισμού (end-of-waste), στοχευμένα κίνητρα και πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Με αυτές τις προϋποθέσεις, η κυκλικότητα μπορεί να γίνει ένα εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας για την ελληνική βιομηχανία. Παράλληλα, θα συμβάλει στη διαμόρφωση ενός μοντέλου βιώσιμης ανάπτυξης για τη χώρα, περνώντας από τις φιλόδοξες διακηρύξεις στην πράξη.
