Παραγωγικότητα: το μεγάλο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας
Άρθρο κας Ράνιας Αικατερινάρη, Αντιπροέδρου ΔΣ του ΣΕΒ στο Βήμα της Κυριακής
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης σηματοδοτεί τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε μια νέα αναπτυξιακή φάση. Τα προηγούμενα χρόνια, η οικονομική μεγέθυνση υποστηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό από την εισροή ευρωπαϊκών πόρων, οι οποίοι συνέβαλαν στην ενίσχυση των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας. Στο νέο περιβάλλον, όμως, η διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Οι διεθνείς οργανισμοί εκτιμούν ότι η αύξηση του ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί τα επόμενα χρόνια, γεγονός που ενδέχεται να περιορίσει την ταχύτητα με την οποία η χώρα θα συνεχίσει να συγκλίνει με τις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Παρά τη μεγάλη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών την τελευταία δεκαετία, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει υστερήσεις σε τομείς που επηρεάζουν τη μακροχρόνια ανταγωνιστικότητα και την παραγωγική της δυναμική. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, η τεχνολογική αναβάθμιση και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ωστόσο, ο παράγοντας που βρίσκεται στον πυρήνα όλων αυτών των προκλήσεων είναι ένας: η παραγωγικότητα.
Η παραγωγικότητα αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο προσδιοριστικό παράγοντα της μακροχρόνιας ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας, της ανθεκτικότητας και τελικά της ευημερίας μιας χώρας. Με απλά λόγια, παραγωγικότητα σημαίνει την ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους. Δεν αυξάνεται επειδή οι εργαζόμενοι εργάζονται περισσότερες ώρες ή καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια. Αυξάνεται όταν οι επιχειρήσεις διαθέτουν καλύτερο εξοπλισμό, πιο προηγμένη τεχνολογία, καλύτερες δεξιότητες, αποτελεσματικότερες διαδικασίες και λειτουργούν μέσα σε ένα θεσμικό περιβάλλον που διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η υστέρηση της παραγωγικότητας στη χώρα μας σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι σημαντικό διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΣΕΒ και του ΙΟΒΕ, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα, στο 43% του ευρωπαϊκού μ.ο.
Η σύγκριση με τις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στη Γερμανία υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μ.ο., ενώ στη Δανία φθάνει περίπου το 125% του μ.ο. της ΕΕ. Στην Ιρλανδία, η οποία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο δραστηριοτήτων υψηλής τεχνολογίας και φαρμακευτικής βιομηχανίας, η παραγωγικότητα είναι πολλαπλάσια της ελληνικής.
Η υστέρηση της χώρας συνδέεται άμεσα με τις επενδύσεις, την τεχνολογία, το μέγεθος των επιχειρήσεων, αλλά και το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο που στην Ευρώπη είναι κατά μέσο όρο 2,3 φορές υψηλότερο από ό,τι στην Ελλάδα, ενώ σε πολλούς κλάδους η σύγκριση είναι ακόμα πιο δυσμενής. Ενδεικτικά, στις επαγγελματικές δραστηριότητες η ΕΕ-27 παρουσιάζει 5,7 φορές μεγαλύτερο πάγιο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, ενώ μεγάλα κενά υπάρχουν επίσης στις διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (3,9 φορές) και στον αγροτικό τομέα (3,4 φορές).
Η παραγωγικότητα αποτελεί προϋπόθεση ανάπτυξης και ευημερίας γιατί καθορίζει πόσο γρήγορα μπορεί να αυξάνεται το εισόδημα μιας οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια η ελληνική ανάπτυξη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση της απασχόλησης που οδήγησε στη μείωση της ανεργίας. Όμως, η δυνατότητα περαιτέρω ενίσχυσης της ανάπτυξης μέσω της αύξησης του αριθμού των εργαζομένων γίνεται σταδιακά πιο περιορισμένη. Η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά και πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ελλείψεις προσωπικού, ενώ το δημογραφικό πρόβλημα συρρικνώνει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Σε αυτές τις συνθήκες, η μόνη βιώσιμη πηγή μακροχρόνιας ανάπτυξης είναι η παραγωγή περισσότερης αξίας ανά εργαζόμενο.
Η παραγωγικότητα είναι επίσης θεμελιώδης προϋπόθεση ανταγωνιστικότητας. Οι οικονομίες με υψηλή παραγωγικότητα μπορούν να συνδυάζουν υψηλούς μισθούς με ισχυρή διεθνή ανταγωνιστικότητα. Μια επιχείρηση που παράγει περισσότερα ή καλύτερα προϊόντα με τους ίδιους πόρους μπορεί να διατηρεί χαμηλότερο κόστος, να δίνει καλύτερους μισθούς, να επενδύει περισσότερο στην καινοτομία, να βελτιώνει την ποιότητα των προϊόντων της και να διευρύνει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές.
Εξίσου σημαντική είναι η σχέση παραγωγικότητας και ανθεκτικότητας. Οι πρόσφατες κρίσεις, από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση έως τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις πληθωριστικές πιέσεις, ανέδειξαν τη σημασία της οικονομικής ανθεκτικότητας. Οι επιχειρήσεις με υψηλή παραγωγικότητα διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια να απορροφούν αυξήσεις κόστους χωρίς να τις μετακυλούν στις τιμές. Αντίστοιχα, οι οικονομίες με υψηλή παραγωγικότητα διαθέτουν μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία και ισχυρότερη ικανότητα αντιμετώπισης εξωγενών κραδασμών, κάτι στο οποίο οι οικονομίες χαμηλής παραγωγικότητας είναι πολύ περισσότερο ευάλωτες.
Τελικά, η παραγωγικότητα είναι η βάση της ευημερίας. Υψηλότερη παραγωγικότητα σημαίνει υψηλότερο ΑΕΠ, υψηλότερα εισοδήματα, μεγαλύτερη φορολογική βάση και περισσότερους πόρους για δημόσιες πολιτικές. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για καλύτερους μισθούς, ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα και μεγαλύτερες δυνατότητες χρηματοδότησης επενδύσεων σε υποδομές, εκπαίδευση και υγεία. Καμία χώρα δεν έχει πετύχει μακροχρόνια βελτίωση του βιοτικού επιπέδου χωρίς συνεχή άνοδο της παραγωγικότητας.
Η αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί δράση τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από το κράτος. Από την πλευρά των επιχειρήσεων, προϋποθέτει μεγαλύτερη επιχειρηματική κλίμακα, περισσότερες επενδύσεις, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, και αναβάθμιση των δεξιοτήτων. Οι πιο μεγάλες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες και να διεισδύσουν σε νέες αγορές, αξιοποιώντας οικονομίες κλίμακας που ενισχύουν την παραγωγικότητά τους. Η μελέτη του ΙΟΒΕ έδειξε ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα αυξάνεται σημαντικά όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις προσεγγίζουν τα ευρωπαϊκά επίπεδα παραγωγικότητας. Όμως οι επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων είναι εξαιρετικά λίγες στην Ελλάδα και αυτό ενισχύει την άποψη ότι το ελληνικό παραγωγικό έλλειμμα σχετίζεται και με τη διάρθρωση του επιχειρηματικού πληθυσμού. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων.
Από την πλευρά του κράτους, η αύξηση της παραγωγικότητας προϋποθέτει ένα αποτελεσματικό θεσμικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με την παροχή κινήτρων μεγέθυνσης (φορολογικά και επενδυτικά). Η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας, η διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης, η αναβάθμιση των υποδομών και η καλύτερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας δεν αποτελούν απλώς μεταρρυθμιστικές επιδιώξεις. Είναι παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα την παραγωγικότητα και συνεπώς τη δυνατότητα της οικονομίας να αναπτύσσεται διατηρήσιμα.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Καθώς η συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων θα περιορίζεται σταδιακά και οι δημογραφικές πιέσεις θα εντείνονται, η παραγωγικότητα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό αν η χώρα θα συνεχίσει να συγκλίνει με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης ή αν θα εγκλωβιστεί σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Για τον λόγο αυτό, η ενίσχυση της παραγωγικότητας πρέπει να αποτελέσει κεντρικό κριτήριο αξιολόγησης πολιτικών, μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Διότι χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας δεν μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμη ανάπτυξη, ισχυρή ανταγωνιστικότητα, οικονομική ανθεκτικότητα και ουσιαστική βελτίωση της ευημερίας των πολιτών.
