Παραγωγικότητα: ο επόμενος καταλύτης ανάπτυξης
Άρθρο Γενικού Διευθυντή ΣΕΒ, κ. Γιώργου Χριστόπουλου στην έκδοση “Οι Ισχυροί της Ελληνικής Οικονομίας”
Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια. Η ανεργία κινείται πλέον γύρω στο 9%, η ανάπτυξη τρέχει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και το Ταμείο Ανάκαμψης έδωσε ουσιαστική ώθηση σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Το ερώτημα όμως δεν είναι από πού ήρθαμε, αλλά πώς προχωράμε από εδώ. Και η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Διότι δεν υπάρχει πλέον το μεγάλο απόθεμα εργατικού δυναμικού που μπορεί να μπει στην εργασία και να συμβάλει στη συνέχιση αυτής της δυναμικής. Στη φάση που βρισκόμαστε πλέον, η αύξηση της παραγωγικότητας είναι ο μόνος δρόμος για διατηρήσιμη ανάπτυξη και υψηλότερους μισθούς. Είναι η μεγάλη πρόκληση της ελληνικής οικονομίας για την επόμενη δεκαετία, και απαιτεί κοινή προσπάθεια από τις επιχειρήσεις και την Πολιτεία.
Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας το 2024 παραμένει περίπου στο επίπεδο του 2000, σε αποπληθωρισμένους όρους, ενώ η απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ έχει διευρυνθεί. Σήμερα η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ ανά ώρα εργασίας στο 43%. Και η σύνδεση με τους μισθούς δεν είναι θεωρητική: δεν υπάρχει χώρα με χαμηλή παραγωγικότητα και υψηλούς μισθούς. Πρώτα παράγεις περισσότερη αξία, μετά τη μοιράζεσαι.
Πίσω από τη χαμηλή παραγωγικότητα κρύβονται διαρθρωτικές αδυναμίες: το μικρό μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων, που περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας και τις επενδύσεις σε τεχνολογία, και το χαμηλό κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, πολλαπλάσιο στην υπόλοιπη Ευρώπη. Καθοριστική είναι και η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας μας: ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής και της απασχόλησης συγκεντρώνεται σε κλάδους που είναι εκ φύσεως χαμηλότερης παραγωγικότητας. Σε αυτά προστίθεται το ενεργειακό κόστος, που για τη βιομηχανία είναι κρίσιμο: οι τιμές βιομηχανικού ρεύματος στην Ευρώπη είναι περίπου δύο με τρεις φορές υψηλότερες από αυτές των ΗΠΑ και της Κίνας, και στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ακόμα οξύτερο. Είναι λογικό να υπάρχει χάσμα παραγωγικότητας όταν ένα βασικό κόστος εισροών είναι ασύμμετρα υψηλό σε σχέση με τους διεθνείς ανταγωνιστές.
Η ευθύνη είναι μοιρασμένη, και πρέπει να ειπωθεί καθαρά ότι δεν φταίνε οι εργαζόμενοι ούτε πρόκειται για εντατικοποίηση της εργασίας. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύσουν περισσότερο, να καινοτομήσουν, και να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες, με πρώτη την τεχνητή νοημοσύνη. Η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει την παραγωγή με λιγότερη γραφειοκρατία, ταχύτερη δικαιοσύνη, απλούστερες αδειοδοτήσεις και πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Και οι δύο μαζί οφείλουν να επενδύσουν στις δεξιότητες.
Η πρόκληση δεν είναι αμιγώς ελληνική. Δεκαοκτώ μήνες μετά την έκθεση Draghi, η Ευρώπη συμφωνεί στη διάγνωση και αναζητά την υλοποίηση, παραμένοντας επί δεκαετίες στάσιμη γύρω στο 70% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ. Ως μέλος της BusinessEurope, ο ΣΕΒ συμμετέχει ενεργά, με σαφές μήνυμα: η πολιτική βούληση υπάρχει, η υλοποίηση καθυστερεί. Η παραγωγικότητα δεν είναι τεχνικός δείκτης για οικονομολόγους. Είναι η προϋπόθεση για καλύτερους μισθούς, για ένα βιώσιμο κοινωνικό κράτος και για ουσιαστική σύγκλιση της Ελλάδας με την Ευρώπη.
Έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε να πετύχουμε δύσκολους στόχους. Η επόμενη μάχη, αυτή της παραγωγικότητας, καθοριστική για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και για να κερδηθεί απαιτεί συλλογική προσπάθεια.
