Η Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση είναι κλειδί για την απασχόληση των νέων – Άρθρο κ. Γιάννου Μητσού, Senior Advisor ΜΜΕ, Θέσεων & Ενημέρωσης ΣΕΒ, στη Ναυτεμπορική, 18/7/2020
Στη συζήτηση για την αγορά εργασίας και τη σύνδεσή της με κάθε μορφής εκπαίδευση, συχνά λείπει ένα βασικό ζητούμενο. Πως θα εφοδιάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους συμμετέχοντες στην εκπαίδευση με όσο το δυνατόν καλύτερα εφόδια για να βρουν όσο το δυνατόν καλύτερες δουλειές. Σημαντικό μέρος αυτών των δουλειών είναι εξειδικευμένα και τεχνικά επαγγέλματα που είναι αναγκαία για τις επιχειρήσεις, και την οικονομία συνολικά. Η αρχική Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση (ΕΕΚ) μπορεί να αποτελέσει το συνδετικό κρίκο μεταξύ ανθρώπων και επιχειρήσεων. Με νέες τεχνολογικές, κλιματικές και κοινωνικές προκλήσεις, αλλά και τη διεθνοποίηση της εκπαίδευσης, η ανάγκη προσαρμογής καθίσταται πιο σημαντική από ποτέ. Πως αλλιώς θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον ψηφιακό μετασχηματισμό και τα νέα αναδυόμενα επαγγέλματα;
Στην Ευρώπη, κεντρικά αναγνωρίζεται ως κλειδί για την αναπτυξιακή στρατηγική της Ένωσης, που προωθεί την προσαρμογή των εκπαιδευτικών συστημάτων «στις μεταλλαγές της βιομηχανίας και στις αλλαγές των συστημάτων παραγωγής» με στοχευμένα χρηματοδοτικά προγράμματα και πρωτοβουλίες. Προ ημερών, την 1η Ιουλίου 2020 ανακοίνωσε ένα πακέτο δράσεων με κεντρικό πυλώνα την Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση, ειδικά για τους νέους και το βιομηχανικό μετασχηματισμό
(εδώ). Στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, παρά τα διαφορετικά συστήματα, κοινή συνισταμένη είναι η αναζήτηση τρόπων προσαρμογής στα νέα δεδομένα, ενώ με τον κορωνοϊό, ο ρόλος της επαγγελματικής εκπαίδευσης επαναπροσδιορίζεται εκ νέου.
Είναι λοιπόν απαραίτητο να δούμε και στην Ελλάδα, το ρόλο, τα αποτελέσματα και τη θέση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ως προς το τελευταίο, τη θέση, η ΕΕΚ αποτελεί δεύτερη, αν όχι έσχατη λύση. Το 2017, μόλις το 28.8% των σπουδαστών της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (έναντι 29,9%, το 2015) επέλεξε την αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Στην Ευρώπη, είναι 47,8%. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα η απασχόληση των αποφοίτων της αρχικής ΕΕΚ είναι σχεδόν κατά 1 ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερη από την αντίστοιχη των αποφοίτων της γενικής εκπαίδευσης, όταν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι απόφοιτοι της αρχικής ΕΕΚ απολαμβάνουν υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης (κατά μέσο όρο 6,6% στην ΕΕ-28).
Από αυτά τα στοιχεία αναδεικνύονται δύο προβλήματα: 1ον πως η ΕΕΚ στην Ελλάδα αποτελεί δεύτερη, αν όχι έσχατη, λύση, με την ανώτατη εκπαίδευση να θεωρείται πως παρέχει καλύτερες προοπτικές. Και 2ον, πως η ΕΕΚ δεν παρέχει στους συμμετέχοντες σε αυτή τα εφόδια που έχουν ανάγκη οι επιχειρήσεις. Η δυσκολία κάλυψης κενών θέσεων εργασίας από τις επιχειρήσεις αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της κατάστασης
Με απουσία επιχειρήσεων από το σχεδιασμό και την οργάνωση της ΕΕΚ, περιορίζει τη διασύνδεση και το συντονισμό της παρεχόμενης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, η απουσία συγκροτημένης στρατηγικής και οι συνεχείς νομοθετικές αλλαγές έχουν δημιουργήσει σύγχυση ενώ ο κατακερματισμός των επιμέρους συστημάτων με ατελή επικοινωνία μεταξύ τους θολώνει τα πλαίσια επαγγελματικών προσόντων. Παράλληλα, η έλλειψη ολοκληρωμένου Εθνικού Πλαισίου για τη Διασφάλιση Ποιότητας της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, με κριτήρια και δείκτες για το σύνολο των χαρακτηριστικών της (εισροές, διαδικασίες, εκροές), περιορίζει την αποτελεσματικότητα της όποιας, αποσπασματικής, προσπάθειας για την ενίσχυση της ελκυστικότητάς της.
Η αντιστροφή της διαφαινόμενης απαξίωσης της ΕΕΚ μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στο νέο παραγωγικό πρότυπο με περισσότερη βιομηχανία, ψηφιακό μετασχηματισμό και πράσινη μετάβαση.
Χρειάζεται όμως καλύτερη διακυβέρνηση, με ευελιξία και εξωστρέφεια, ενίσχυση της μαθητείας, ανάπτυξη ολοκληρωμένου πλαισίου ποιότητας και αξιολόγησης και ειδικά τομεακά προγράμματα. Η εκπαίδευση δεν πρέπει να λειτουργεί στο κενό, χωρίς αναφορές στην πραγματική οικονομία. Για αυτό, απαιτούνται ευρείες συνεργασίες και το χτίσιμο μιας νέας σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του εκπαιδευτικού συστήματος και των επιχειρήσεων.