Επενδύσεις με αντίκτυπο: Η πρόκληση της παραγωγικής αναβάθμισης
Τοποθέτηση κας Αθηνάς Βουνάτσου, Διευθύντριας Τομέα Φορολογίας, Επενδύσεων &Λειτουργίας Αγοράς ΣΕΒ στο ειδικό αφιέρωμα “Το στοίχημα της παραγωγικής αναβάθμισης”, περιoδικό Manufacturing
Η ελληνική βιομηχανία αναπτύσσεται: οι επενδύσεις αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια, με ρυθμό που ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο. Ειδικά στη μεταποίηση, η αύξηση ήταν +43%, με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό (+19%), διατηρώντας ανοδική πορεία ακόμη και το 2024, τη στιγμή που η ΕΕ-27 παρέμεινε στάσιμη.
Όμως ανάπτυξη χωρίς παραγωγικό μετασχηματισμό που να οδηγεί σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα δεν αρκεί. Διότι, παρόλο που η ελληνική βιομηχανία και μεταποίηση επενδύει περισσότερο, ταυτόχρονα παράγει λιγότερο σύνθετα προϊόντα από χώρες που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν σε χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης.
Αντί να αναπτύσσει νέα, πιο σύνθετα προϊόντα, η ελληνική μεταποίηση παραμένει σε μεγάλο βαθμό στάσιμη: σύμφωνα με τον Δείκτη Οικονομικής Πολυπλοκότητας, την περίοδο 2009–2024 η Ελλάδα πρόσθεσε μόλις 7 νέα εξαγώγιμα προϊόντα, έναντι 42 της Βουλγαρίας και 30 της Τουρκίας.
Ως προς τη χρηματοδότηση, η συνολική εικόνα είναι θετική.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ολοκληρώνει μεν τον κύκλο του, αλλά θα συνεχίζει να δίνει επενδυτική ώθηση στην οικονομία.
Το ΕΣΠΑ βρίσκεται σε πλήρη υλοποίηση, ο Αναπτυξιακός Νόμος επιταχύνεται με γρηγορότερες αξιολογήσεις και τακτικές προκηρύξεις καθεστώτων στοχευμένων στη βιομηχανία, και εργαλεία όπως το ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ της ΕΑΤ, παρέχουν ρευστότητα με ευνοϊκούς όρους στις ΜμΕ.
Παράλληλα, 400 εκατ. ευρώ κινητοποιούνται για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες στο πλαίσιο του Clean Industrial Deal.
Παρόλα αυτά, η Ελλάδα μένει πίσω σε όρους παραγωγικότητας. Σύμφωνα με τη μελέτη ΣΕΒ- ΙΟΒΕ «Παραγωγικότητα και Ανάπτυξη», το 2024 παρέμεινε στα επίπεδα του 2000.
Η χρηματοδότηση δε μπορεί να είναι μόνη σταθερή απάντηση.
Απαιτούνται εργαλεία που κινητοποιούν ίδιους πόρους και ανταμείβουν την πραγματική επενδυτική δαπάνη ανεξαρτήτως μεγέθους επιχείρησης, κλάδου και γεωγραφίας, χωρίς γραφειοκρατικές εγκρίσεις και τα οποία, λόγω της ευκολίας και προβλεψιμότητάς τους, επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να λάβουν γρήγορα ανεξάρτητες αποφάσεις.
Τέτοια εργαλεία, όπως οι υπεραποσβέσεις έχουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα σε όρους παραγωγικότητας έναντι των επιχορηγήσεων και φοροαπαλλαγών, κάτι που αποδεικνύεται και από την βάση δεδομένων MAGIC του ΟΟΣΑ (Manufacturing Groups and Industrial Corporations).
Όμως, ακόμα και ένα άμεσο και γρήγορο αναπτυξιακό εργαλείο μπορεί να αποτελέσει θύμα των καθυστερήσεων στην έκδοση των εφαρμοστικών αποφάσεων. Ένα και πλέον χρόνο μετά την ψήφιση του νόμου που θέσπισε ένα από τα πιο γενναιόδωρα συστήματα υπεραποσβέσεων για δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, το σύστημα παραμένει στην πράξη ανενεργό.
Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις οφείλουν ήδη να κοιτούν μπροστά. Το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρώπης εισάγει το European Competitiveness Fund, το οποίο, μαζί με το Horizon Europe, συγκεντρώνει 409 δισ. ευρώ για επενδύσεις σε στρατηγικές τεχνολογίες: πράσινη μετάβαση, ψηφιακή ηγεσία, τεχνητή νοημοσύνη, μικροτσίπ, βιοτεχνολογία, άμυνα, με στόχο την ενίσχυση της βιομηχανικής ανθεκτικότητας της Ευρώπης. Παράλληλα, το Industrial Accelerator Act θέτει ως στόχο την αύξηση του μεριδίου της μεταποίησης στο ΑΕΠ της ΕΕ στο 20% έως το 2035, από 14,3% σήμερα.
Για τη βιομηχανία, αυτό σημαίνει ένα νέο παράθυρο ευκαιριών που απαιτεί σωστή ενημέρωση και στρατηγική προετοιμασία από τώρα.
Τα εργαλεία επομένως υπάρχουν, αλλά η ταχύτητα στην αξιοποίησή τους είναι κρίσιμη για να κερδηθεί το στοίχημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας.
