Το κόστος που δεν φαίνεται: Η νέα πραγματικότητα της βιομηχανικής βιωσιμότητας
Άρθρο κας Ντιάνας Γεωργακοπούλου, Γενικής Διευθύντριας Συμβουλίου ΣΕΒ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, στο ειδικό αφιέρωμα για την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, στο INDUSTRY Νewsletter
Κάθε εποχή έχει τους δείκτες που καθορίζουν ποιοι θα προηγηθούν και ποιοι θα μείνουν πίσω. Για δεκαετίες, οι επιχειρήσεις αξιολογούνταν κυρίως με βάση τα οικονομικά τους αποτελέσματα, την παραγωγικότητα, το μερίδιο αγοράς και τη δυνατότητα πρόσβασής τους σε κεφάλαια. Αυτά εξακολουθούν να είναι κρίσιμα. Όμως σήμερα προστίθεται σταδιακά ένας ακόμη παράγοντας, λιγότερο ορατός αλλά ολοένα πιο καθοριστικός: η ικανότητα μιας εταιρείας να κατανοεί και να διαχειρίζεται το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα.
Η συζήτηση γύρω από τη βιωσιμότητα μοιάζει να ακολουθεί δύο “παράλληλες τροχιές”. Από τη μία πλευρά, η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και πολλές επιχειρήσεις εκφράζουν εύλογες ανησυχίες για το κόστος και την πολυπλοκότητα των νέων απαιτήσεων. Από την άλλη, οι αγορές, οι τράπεζες, οι επενδυτές και οι πελάτες συνεχίζουν να ενσωματώνουν περιβαλλοντικά κριτήρια στις αποφάσεις τους, ανεξάρτητα από τη δημόσια συζήτηση.
Αυτό σημαίνει ότι η πραγματικότητα για τις επιχειρήσεις διαμορφώνεται πλέον σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το κανονιστικό πλαίσιο. Το δεύτερο, και συχνά πιο άμεσο, είναι οι ίδιες οι αγορές.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από τη χρηματοδότηση. Σύμφωνα με ερευνητική εργασία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εταιρείες που έχουν αναλάβει δημόσιες δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών τους δανείζονται με χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου σε σχέση με εκείνες που δεν έχουν αντίστοιχες δεσμεύσεις. Σε μια περίοδο όπου το κόστος χρήματος παραμένει υψηλό, η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το ίδιο παρατηρείται και στις επενδυτικές αποφάσεις. Οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι εξετάζονται πλέον συστηματικά στις εξαγορές και συγχωνεύσεις, αποτελούν αντικείμενο χρηματοοικονομιής ασφάλισης, ενώ οι επιδόσεις μιας εταιρείας επηρεάζουν ολοένα περισσότερο την αποτίμησή της. Παράλληλα, μεγάλες πολυεθνικές και αλυσίδες λιανικής ζητούν ήδη από τους προμηθευτές τους δεδομένα που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν αποκλειστικά υπόθεση των μεγάλων εισηγμένων επιχειρήσεων.
Για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα μικρομεσαίου μεγέθους, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι η προσαρμογή καθαυτή. Είναι η αβεβαιότητα. Ποιες απαιτήσεις είναι πραγματικά σημαντικές; Ποιες θα επηρεάσουν άμεσα την αγορά τους; Ποιες αποτελούν παροδικές τάσεις και ποιες συνιστούν δομικές αλλαγές που θα διαμορφώσουν τους όρους ανταγωνισμού της επόμενης δεκαετίας;
Η απάντηση δεν είναι προφανής. Και ακριβώς γι’ αυτό η συλλογική γνώση αποκτά μεγαλύτερη αξία από ποτέ.
Στην Ελλάδα, σαράντα μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις της χώρας συνεργάζονται μέσω του Συμβουλίου ΣΕΒ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (ΒΙΑΝ), με στόχο να παρακολουθούν τις ευρωπαϊκές και εθνικές εξελίξεις, να αξιολογούν τις επιπτώσεις τους στην πραγματική οικονομία και να διαμορφώνουν τεκμηριωμένες θέσεις που ενισχύουν τόσο τη βιωσιμότητα όσο και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Η αξία αυτής της συνεργασίας δεν βρίσκεται μόνο στην ανταλλαγή εμπειριών. Βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα έγκαιρης κατανόησης των αλλαγών πριν αυτές μετατραπούν σε κόστος, σε χαμένη ευκαιρία ή σε στρατηγικό μειονέκτημα.
Την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος αξίζει ίσως να θυμηθούμε ότι οι μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί κίνδυνοι δεν είναι πάντα εκείνοι που φαίνονται στους ισολογισμούς. Συχνά είναι εκείνοι που διαμορφώνονται αθόρυβα, μέχρι τη στιγμή που γίνονται αναπόφευκτοι. Και τότε, συνήθως, το κόστος της αδράνειας αποδεικνύεται μεγαλύτερο από το κόστος της προετοιμασίας.
