Η oντολογία της επιχειρηματικότητας
Άρθρο κ. Σπύρου Θεοδωρόπουλου, Πρόεδρου ΔΣ ΣΕΒ στην ειδική έκδοση της Ναυτεμπορικής με τίτλο: «Στο μυαλό των Ελλήνων Διανοητών – Οι απαντήσεις της σύγχρονης σκέψης στα ερωτήματα του αύριο»
Η επιχειρηματικότητα δεν αποτελεί επάγγελμα, αλλά τρόπο ζωής, έναν τρόπο να βλέπεις και να κατοικείς τον κόσμο. Δεν υπακούει σε ωράρια, αλλά κυοφορείται παντού, σε μια τυχαία παρατήρηση, σε μια ανάγκη που μένει ανείπωτη, σε μια ασυμφωνία που ζητά λύση. Συνιστά διαρκή εγρήγορση του νου και της ψυχής, καλλιεργεί την προσδοκία της δημιουργίας. Η επιχειρηματικότητα μοιάζει με «το παιδί που μετράει τα άστρα», αναζητώντας το αόρατο, χωρίς να συμβιβάζεται με το δεδομένο και το προφανές. Στην πράξη, η επιχειρηματικότητα εκδηλώνεται ως μια σειρά λογικών σκέψεων, στην οποία όμως υπεισέρχεται το ένστικτο. Το λεγόμενο «ένστικτο» δεν εκφράζει κάτι μυστικιστικό, ούτε μια ανεξήγητη εσωτερική φωνή. Αντανακλά μια συμπύκνωση εμπειριών, παρατηρήσεων και γνώσης. Εκφράζει την ικανότητα του ανθρώπου να διαβάζει την αγορά, να αντιλαμβάνεται τα σημάδια πριν γίνουν εμφανή, να προβλέπει διαισθητικά.
Το επιχειρηματικό ένστικτο δεν μετριέται με χρόνια. Δεν ανήκει ούτε στους νέους ούτε στους παλιούς, ανήκει σε όσους διατηρούν ζωντανή την περιέργεια, την τόλμη και την ικανότητα να φαντάζονται αλλιώς το δεδομένο. Το να μην αποδέχεσαι τον κόσμο όπως είναι, αλλά όπως θα μπορούσε να γίνει, δημιουργεί μια μορφή ελευθερίας. Αυτό είναι το όραμα.
Το όραμα δεν λειτουργεί ως πολυτέλεια, αλλά ως πυξίδα. Και όταν το κίνητρο υπερβαίνει το στενό συμφέρον και αγγίζει την κοινωνική προσφορά, τότε το κέρδος παύει να λειτουργεί ως αυτοσκοπός και μετατρέπεται σε συνέπεια. Η δημιουργία αποκτά νόημα όταν συνδέεται με κάτι ευρύτερο από τον ατομικό εαυτό. Σε αυτό το σημείο, η επιχειρηματικότητα συναντά την έννοια του πατριωτισμού όχι ως ρητορική επίκληση αλλά ως συνειδητή επιλογή ευθύνης απέναντι στον τόπο.
Αλλά το όραμα από μόνο του δεν αρκεί. Η επιχειρηματικότητα αρχίζει πραγματικά τη στιγμή της εφαρμογής. Γιατί η ιδέα, όσο ισχυρή κι αν φαντάζει, παραμένει ανενεργή χωρίς πράξη. Κάποιοι οραματίζονται, άλλοι υλοποιούν και οι πιο δυνατές συνεργασίες γεννιούνται όταν αυτά τα δύο ενώνονται.
Στον πυρήνα, όμως, κάθε επιχειρηματικής πράξης βρίσκεται το ρίσκο, δηλαδή η συνειδητή επιλογή να επενδύσεις σε μια εκδοχή του μέλλοντος που είναι αβέβαιη και στο θάρρος να εμπιστευτείς τη δική σου ανάγνωση του κόσμου. Η αποτυχία διαμορφώνει αναπόσπαστο μέρος της διαδρομής – ίσως ο πιο αυθεντικός δάσκαλος. Γιατί η επιτυχία, ιδίως όταν επαναλαμβάνεται, δημιουργεί την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας, ενώ η αποτυχία τη διαλύει και αναγκάζει τον άνθρωπο να επανεξετάσει, να αναθεωρήσει, να κατανοήσει σε βάθος. Η αποτυχία διατηρεί τον άνθρωπο σε εγρήγορση, ενώ η επιτυχία τον ωθεί προς την αδράνεια. Στην ευρωπαϊκή κουλτούρα η αποτυχία στιγματίζει, ενώ σε κάποιες άλλες, όπως στην αμερικανική, λειτουργεί ως έναυσμα για νέα αρχή. Στο επιχειρείν, το «δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία» θεωρείται αναγκαιότητα.
Η επιχειρηματικότητα δεν είναι ένα ξεχωριστό πεδίο με δικούς του, αποκομμένους κανόνες, αλλά αποτελεί μια αντανάκλαση της ίδιας της ζωής. Κουβαλά το ίδιο αξιακό φορτίο, τις ίδιες αντιφάσεις, τις ίδιες απαιτήσεις. Στον πυρήνα της βρίσκονται έννοιες διαχρονικές όπως η εντιμότητα και η συνέπεια, ως προϋποθέσεις εμπιστοσύνης. Χωρίς αυτές, καμία σχέση -ούτε επαγγελματική ούτε ανθρώπινη- δεν αντέχει στον χρόνο. Ο σεβασμός δρα ως εξίσου θεμελιώδης αρχή. Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να εξελιχθεί αν δεν αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, αν δεν αφήνει χώρο στη διαφορετικότητα, στη συμμετοχή. Το κοινό χαρακτηριστικό των ελληνικών βιομηχανιών που η ιστορία τους ξεπερνά τον έναν αιώνα ανιχνεύεται στην παρουσία ηγετών με σημαντική ενσυναίσθηση, που ακούν και καταλαβαίνουν τους εργαζόμενούς τους και ζουν κοντά τους. Έχουν αλήθεια αυτές οι επιχειρήσεις.
Υπάρχει, επίσης, η ευθύνη. Μια επιχείρηση που δεν αισθάνεται υπόλογη απέναντι στους ανθρώπους της και στον ρόλο της μέσα στο κοινωνικό σύνολο δύσκολα έχει διάρκεια.
Μέσα σε αυτό το αξιακό πλαίσιο, μια δύναμη που αναδεικνύεται κυρίαρχη αφορά την επιδίωξη του πλουτισμού ως αυτοσκοπού. Πρόκειται για μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Καλλιεργεί κυνισμό, διαβρώνει την έννοια της προσπάθειας και, όταν οι προσδοκίες διαψεύδονται, γεννά απογοήτευση, θυμό και τελικά απαξίωση προς θεσμούς και αξίες.
Η αληθινή επιχειρηματικότητα, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με μια σύντομη διαδρομή προς τον πλούτο, αλλά με μια μακρά πορεία αντοχής που απαιτεί επιμονή, πίστη και βαθιά προσωπική δέσμευση. Οι νέοι αποτελούν ίσως το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο. Εμφανίζονται πιο καλλιεργημένοι, πιο ανοιχτοί, πιο ευαίσθητοι απέναντι στον κόσμο και τις ανισότητές του.Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν το βάρος της επίγνωσης ότι το μέλλον τους δεν εγγυάται την ίδια ποιότητα ζωής με τις προηγούμενες γενιές. Αυτή η αντίφαση γεννά ένταση, αλλά και μια βαθύτερη ανάγκη για αλλαγή. Αυτό που οφείλουμε στους νεότερους δεν είναι η ασφάλεια της βεβαιότητας, αλλά η δυνατότητα της επιλογής. Το μόνο που τους χρωστάμε συνδέεται με νέες ευκαιρίες, όχι έτοιμες λύσεις. Η πρόοδος δεν κινείται μονοσήμαντα, η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ξανά τον κόσμο, τον τρόπο που μαθαίνουμε, εργαζόμαστε και ζούμε, αλλά δεν ορίζει το νόημα.
Η εξέλιξη δεν κρίνεται καλή ή κακή, αλλά προσλαμβάνει το πρόσημό της από τον τρόπο που την προσεγγίζουμε. Κάθε γενιά φέρνει τη δική της εξέλιξη. Η επιχειρηματικότητα, όπως και η ζωή, παραμένει αέναη μεταβολή, μια διαρκής συνάντηση αλλαγής, προκλήσεων και επιλογών
