Η μεγάλη πρόκληση για Ευρώπη και Ελλάδα
Άρθρο κας Ράνιας Αικατερινάρη, Πρόεδρου Εκτελεστικής Επιτροπής και Αντιπρόεδρου ΔΣ του ΣΕΒ, στο Βήμα της Κυριακής
Η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα αποτελούν το κρίσιμο διακύβευμα της εποχής μας. Σε έναν κόσμο γεωπολιτικής αστάθειας, το επίμονο έλλειμμα της Ευρώπης έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών της απειλεί σοβαρά τη δυνατότητά της να διατηρεί υψηλά επίπεδα ανάπτυξης και ευημερίας. Το ζήτημα δεν είναι νέο, έχει τεκμηριωθεί στις Εκθέσεις Λέττα και Ντράγκι, αλλά είναι πλέον επείγον.
Η BusinessEurope, ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός εργοδοτικός σύνδεσμος, στον οποίο συμμετέχει ο ΣΕΒ, έχει επανειλημμένα τονίσει τον κίνδυνο. Με την έκδοση «From Ambition to Delivery – An Urgent Call for Action in 2026», που παρουσιάστηκε σε συνάντηση εργασίας με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen, στην οποία είχα την τιμή να εκπροσωπήσω τον ΣΕΒ, η BusinessEurope και εργοδοτικοί φορείς 12 κρατών μελών απευθύναμε κοινή έκκληση για άμεσες πολιτικές προς αντιμετώπιση του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας.
Σε μια Ευρώπη που υστερεί ήδη διεθνώς, η Ελλάδα παραμένει στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου παραγωγικότητας. Το χάσμα αυτό περιορίζει τη σύγκλιση και κάνει πιο επιτακτική την ανάγκη περισσότερων επενδύσεων. Γι’ αυτό οι Πρόεδροι ΣΕΒ και BusinessEurope, με επιστολή προς τον Πρωθυπουργό, υπογραμμίζουν την ανάγκη άμεσων δράσεων σε κρίσιμους τομείς, μεταξύ άλλων:
- Ενίσχυση Ενιαίας Αγοράς και Μείωση ρυθμιστικού βάρους
Απαιτείται εμβάθυνση της Ενιαίας Αγοράς με άρση εμποδίων στο διασυνοριακό εμπόριο, στις επενδύσεις και στις υπηρεσίες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κάνει βήματα με το πακέτο OMNIBUS που περιορίζει το πεδίο εφαρμογής μιας σειράς ρυθμίσεων. Το συνολικό ρυθμιστικό βάρος όμως παραμένει υπερβολικό καθώς σύμφωνα με μελέτη της δανικής κυβέρνησης, ο κανονιστικός φόρτος ρυθμίσεων που δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί ξεπερνάει τα 71 δισ. ευρώ. Απαιτείται εκ βάθρων αναθεώρηση, μια «πολιτισμική αλλαγή», όπως αποτυπώθηκε στη δήλωση 22 αρχηγών κρατών τον Οκτώβριο 2025.
Η ανάγκη αυτή αναδεικνύεται και στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά αποταμιεύουν περισσότερο από τα αμερικανικά, χωρίς όμως οι αποταμιεύσεις να μετατρέπονται σε παραγωγικές επενδύσεις. Χρειάζονται τόσο συγκεκριμένες πολιτικές, όπως φορολογικά κίνητρα, όσο και καλλιέργεια διαφορετικής επενδυτικής κουλτούρας στην Ευρώπη. Παράλληλα, η προώθηση του «28ου καθεστώτος» εταιρικής μορφής πρέπει να συνοδευτεί από αποκατάσταση της αναλογικότητας στις υποχρεώσεις των εταιρικών διοικήσεων, καθώς διοικήσεις υπό διαρκή κανονιστική πίεση αποφεύγουν τις φιλόδοξες επενδύσεις.
- Ενεργειακό κόστος και πράσινη μετάβαση
Οι αποκλίσεις στο ενεργειακό κόστος μεταξύ κρατών-μελών παραμένουν τεράστιες: σκανδιναβικές χώρες εκμεταλλεύονται φθηνή υδροηλεκτρική και πυρηνική παραγωγή, ενώ χώρες του Νότου επιβαρύνονται από ακριβά καύσιμα και περιορισμένες διασυνδέσεις. Η απόκλιση ενισχύεται από μεγάλες διαφορές στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις όσο και από διαφορετική φορολόγηση των λογαριασμών ρεύματος αναλόγως των δημοσιονομικών περιθωρίων κάθε κράτους μέλους. Την ίδια στιγμή, το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων CISAF παρουσιάζει πολυπλοκότητα, αρκετούς περιορισμούς και μικρή μέχρι σήμερα εφαρμογή, ιδίως σε σχέση με κλάδους όπου το ενεργειακό κόστος αγγίζει το 15–40% του συνολικού κόστους παραγωγής.
Χώρες όπως η Ελλάδα που μείωσαν θεαματικά το ανθρακικό τους αποτύπωμα (μέσω απολιγνιτοποιησης, διασύνδεσης νησιών, μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ, κλπ.) δεν καρπώνονται τα οφέλη. Η πράσινη μετάβαση παραμένει συνεπώς στοίχημα επιβίωσης αφού δεν μειώνεται η τιμή του ρεύματος, ενώ ως προς το κόστος διοξειδίου άνθρακα, χωρίς αντισταθμιστικά μέτρα, η απειλή της αποβιομηχάνισης συνεχίζεται. Και όλα αυτά τη στιγμή που σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το μερίδιο των εκπομπών κατανάλωσης στην Ευρώπη αυξήθηκε από 31,5% το 2020 σε 35% το 2023, δείγμα υποκατάστασης της ευρωπαϊκής παραγωγής από εισαγωγές υψηλότερης έντασης άνθρακα. Απαιτούνται συνεπώς ουσιαστικές λύσεις για τη διαρροή άνθρακα, λύσεις για τις εξαγωγές στην εφαρμογή του CBAM και επανεξέταση της κατάργησης δωρεάν δικαιωμάτων στο ETS.
- Απασχόληση, δεξιότητες και κοινωνικός διάλογος
Η ταυτόχρονη αύξηση απασχόλησης και παραγωγικότητας είναι ο μοναδικός βιώσιμος τρόπος διατήρησης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Η Ε.Ε. χρειάζεται λιγότερη νομοθετική υπερρύθμιση και ισχυρότερο κοινωνικό διάλογο ενώ το επικείμενο Quality Jobs Act θα πρέπει να σέβεται τις αρχές επικουρικότητας και αναλογικότητας. Γιατί, η ποιότητα της εργασίας δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα επιπλέον γραφειοκρατίας, αλλά μίγμα άλλων παραγόντων όπως επενδύσεις, τεχνολογία, εκπαίδευση και σύγχρονες δεξιότητες.
- Γεωπολιτικό ρίσκο και διεθνείς αγορές
Η μείωση του γεωπολιτικού ρίσκου μέσω διεθνών εμπορικών συμφωνιών αποτελεί βασικό αναπτυξιακό πυλώνα και η πρόσφατη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Επιπλέον, η προώθηση μιας λογικής «Made in Europe», δηλαδή κριτήρια τοπικού περιεχομένου σε δημόσιες προμήθειες, είναι μία σύνθετη άσκηση που τρέχει σε Ευρωπαϊκό επίπεδο αναζητώντας μία ισορροπία μεταξύ ενδυνάμωσης της εγχώριας ευρωπαϊκής βιομηχανίας και αντίδρασης σε αθέμιτες πρακτικές προστατευτισμού τρίτων χωρών, και των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων στον ΠΟΕ.
Για την Ελλάδα, υπάρχουν και κάποια επιπλέον κρίσιμα ζητήματα
Σε αυτό το περιβάλλον, το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα είναι να συνεχίσει να επενδύει και να βελτιώσει την παραγωγικότητάς της. Τρία κρίσιμα ζητήματα ξεχωρίζουν: το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι αδυναμίες χωροταξικού σχεδιασμού και υποδομών, και το έλλειμμα δεξιοτήτων.
Για την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους, ο ΣΕΒ έχει καταθέσει διάφορες προτάσεις τόσο βραχυπροθέσμου όσο και μακροπροθέσμου χαρακτήρα, και αναμένουμε τις αποφάσεις της πολιτείας.
Ως προς την ανάπτυξη της βιομηχανίας, αντιμετωπίζουμε δύο διαρθρωτικά εμπόδια: την έλλειψη κατάλληλης γης και τις αδυναμίες υποδομών που υπονομεύουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Τα υφιστάμενα Επιχειρηματικά Πάρκα είναι κορεσμένα, οι διαδικασίες δημιουργίας νέων παραμένουν αργές και το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική πρέπει να εξασφαλίσει την επάρκεια βιομηχανικής γης. Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένες παρεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν αδυναμίες στη διασύνδεση των μεταφορικών υποδομών (οδικών δικτύων, σιδηροδρόμων, λιμένων) με την παραγωγή και τα εμπορευματικά κέντρα. Σήμερα οι αδυναμίες αυτές αυξάνουν τα κόστη, και πλήττουν την παραγωγικότητα.
Τέλος, το έλλειμμα δεξιοτήτων σε ένα περιβάλλον ταχέων τεχνολογικών αλλαγών απαιτεί αναβάθμιση των προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης με ισχυρότερους δεσμούς με την αγορά εργασίας.
Όλα αυτά τα ζητήματα αποτελούν προϋποθέσεις για αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία, για τον ΣΕΒ, οφείλει να γίνει ο βασικός δείκτης αξιολόγησης κάθε επένδυσης, κάθε επιχειρηματικής απόφασης και κάθε δημόσιας παρέμβασης.
