ΣΕΒ: «Πρόκληση για το εθνικό δίκαιο η ενσωμάτωση Ευρωπαϊκών Οδηγιών – η περίπτωση της Οδηγίας για τη μισθολογική διαφάνεια»
‘Αρθρο κας Κατερίνας Δασκαλάκη, Διευθύντριας Τομέα Εργασιακών Σχέσεων και Κοινωνικού Διαλόγου του ΣΕΒ, στο περιοδικο Work Force Employers Daily News
Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισέλθει σε μια ιδιαίτερα πυκνή περίοδο διαμόρφωσης κοινωνικών πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων και τη διασφάλιση κοινών κανόνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρόκειται για Ευρωπαϊκές Οδηγίες, όπως η Οδηγία για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς και η αντίστοιχη για τη μισθολογική διαφάνεια, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τον πυρήνα των εργασιακών σχέσεων κάθε κράτους μέλους και της συλλογικής αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων. Ταυτόχρονα, όμως, προκαλούν προβληματισμούς ως προς την αναλογικότητα, την πρακτική εφαρμογή και το συνολικό διοικητικό και κανονιστικό βάρος που συσσωρεύεται, ιδίως για τις μικρότερες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά τρόπους ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και βελτίωσης της παραγωγικότητας της οικονομίας, προσέλκυσης επενδύσεων και περιορισμού της γραφειοκρατίας. Η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για απλοποίηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας μέσω των διαδικασιών “Omnibus” κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, η ανάγκη απλοποίησης θα πρέπει να επεκταθεί και στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, όπου οι επιχειρήσεις καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα ήδη εξαιρετικά σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Υπέρ του στόχου για μισθολογική ισότητα ανδρών και γυναικών
Η Ελλάδα καλείται να ενσωματώσει εντός του Ιουνίου την Οδηγία για τη μισθολογική διαφάνεια. Προφανώς ο ΣΕΒ και οι επιχειρήσεις μέλη του τάσσονται υπέρ του στόχου της μισθολογικής ισότητας ανδρών και γυναικών και της εισαγωγής ενός ενισχυμένου πλαισίου διαφάνειας της αρχής «ίση αμοιβή για ίση εργασία». Παράλληλα, όμως, έχουμε αναδείξει ότι η πρακτική εφαρμογή της Οδηγίας συνοδεύεται από σημαντική αύξηση γραφειοκρατικών διαδικασιών, υποχρεώσεων τεκμηρίωσης, συλλογής δεδομένων και υποβολής αναφορών. Ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι νέες απαιτήσεις δημιουργούν δυσανάλογο διοικητικό και οικονομικό βάρος συμμόρφωσης, απορροφώντας πόρους που διαφορετικά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις, καινοτομία και, συνολικά, βελτίωση της παραγωγικότητας. Για το λόγο αυτό, αρκετές ευρωπαϊκές επιχειρηματικές οργανώσεις αλλά και κράτη μέλη έχουν ήδη ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επαναξιολόγηση της Οδηγίας και την εξέταση πιθανών απλουστεύσεων με σκοπό τη μείωση της γραφειοκρατίας.
Η υπερβολικά λεπτομερής ρύθμιση μειώνει την ευελιξία
Πέρα όμως από το ζήτημα της γραφειοκρατικής επιβάρυνσης, η συζήτηση αγγίζει και ένα βαθύτερο θεσμικό ερώτημα: ποια είναι τα όρια της ευρωπαϊκής παρέμβασης στις εργασιακές σχέσεις και ποιος ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να σέβεται πλήρως τις θεμελιώδεις αρχές των Συνθηκών και, ταυτόχρονα, τις εθνικές αρμοδιότητες σε ζητήματα όπως οι αμοιβές, η συλλογική διαπραγμάτευση, το δικαίωμα απεργίας και η οργάνωση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Η υπερβολικά λεπτομερής ρύθμιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο κινδυνεύει να περιορίσει τον χώρο ευελιξίας των κρατών μελών και να υποβαθμίσει τον ρόλο του κοινωνικού διαλόγου.
Οι κοινωνικοί εταίροι γνωρίζουν καλύτερα τις ιδιαιτερότητες της αγοράς εργασίας και του κάθε κλάδου και μπορούν να διαμορφώνουν πιο ισορροπημένες, λειτουργικές και ρεαλιστικές λύσεις από ό,τι ένα αυστηρά τυποποιημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Στην Ελλάδα, άλλωστε, υπάρχει το πρόσφατο παράδειγμα ουσιαστικής συνεννόησης των εθνικών κοινωνικών εταίρων μέσα από την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, η οποία ανέδειξε ότι εργοδότες και εργαζόμενοι μπορούν να διαμορφώνουν κοινές προσεγγίσεις σε κρίσιμα ζητήματα της αγοράς εργασίας, οι οποίες είναι συχνά αποτελεσματικότερες μέσα από τη συνεργασία, παρά μέσω υπερβολικά λεπτομερών και οριζόντιων ρυθμίσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ανάγκη για ένα πιο λειτουργικό και αναλογικό πλαίσιο κανόνων
Η συζήτηση για τη μισθολογική διαφάνεια δείχνει ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία στον τομέα της εργασίας χρειάζεται μεγαλύτερη έμφαση στην πρακτική εφαρμογή και λιγότερη πολυπλοκότητα. Η προστασία των εργαζομένων και η προώθηση της ισότητας αμοιβών αποτελούν κοινό στόχο. Ωστόσο, οι νέες ρυθμίσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων — ιδιαίτερα των μικρομεσαίων — να ανταποκριθούν χωρίς υπέρμετρο διοικητικό κόστος. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί με περιορισμό της υπερρύθμισης, εμπιστοσύνη στους κοινωνικούς εταίρους και σεβασμό στις εθνικές ιδιαιτερότητες. Χρειαζόμαστε ένα πιο λειτουργικό και αναλογικό πλαίσιο κανόνων, που θα στηρίζει την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις, χωρίς να υπονομεύει τον κοινωνικό διάλογο και την ευελιξία των κρατών μελών.
