Σπύρος Θεοδωρόπουλος: Η χαµηλή παραγωγικότητα είναι πηγή πολλών δεινών
Συνέντευξη κ. Σπύρου Θεοδωρόπουλου, Πρόεδρου Δ.Σ. του ΣΕΒ στη δημοσιογράφο Αλεξάνδρα Γκίτση, στο πλαίσιο της ειδικής έκδοσης Business Review του Euro2day.gr και των New York Times.
Κύριε Θεοδωρόπουλε, ο ΣΕΒ έχει επαναφέρει στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου το θέμα της παραγωγικότητας. Γιατί;
Η χαμηλή παραγωγικότητα είναι πηγή πολλών δεινών. Όχι μόνο για την κερδοφορία των επιχειρήσεων, αλλά και για τους μισθούς και το κόστος ζωής, το νούμερο ένα ζήτημα που απασχολεί την ελληνική κοινωνία.
Οπότε αν θέλουμε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και καλύτερα αμειβόμενους εργαζόμενους, η ενίσχυση της παραγωγικότητας είναι μονόδρομος. Γι’ αυτό και η Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ έθεσε την παραγωγικότητα ως κεντρικό θέμα και πρότεινε να γίνει εθνικός στόχος.
Τι χρειάζεται για να αυξηθεί;
Απαιτείται συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Και χρειαζόμαστε πολλές ακόμη. Δεν αρκεί μόνο η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, χρειάζεται συνολική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του Δημοσίου, αλλά και στον τρόπο που δουλεύουμε όλοι μας, εργαζόμενοι και επιχειρήσεις.
Στην εξίσωση για αύξηση της παραγωγικότητας, κομβικό ρόλο έχουν φυσικά και οι επενδύσεις.
Αν έπρεπε να προτείνετε 2-3 μεταρρυθμίσεις, ποιες θα επιλέγατε;
Πρώτο την επιτάχυνση της δικαιοσύνης. Οι καθυστερήσεις «παγώνουν» επενδύσεις, υπονομεύουν την ασφάλεια δικαίου και τελικά επιβαρύνουν την οικονομία.
Δεύτερον, το τεράστιο θέμα της χωροταξίας. Πρέπει κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσουμε που θα έχει προτεραιότητα ο τουρισμός, που η βιομηχανία, που θα γίνουν ΑΠΕ, κ.ο.κ.
Αυτές είναι οι δυο πιο άμεσες και σημαντικές. Μετά από αυτές δυσκολεύομαι να πω ποια θα έβαζα στην τρίτη θέση γιατί είναι πάρα πολλές. Η κοινή συνισταμένη όμως είναι καλύτερη λειτουργία του Δημοσίου τομέα.
Μιλήσατε για επενδύσεις. Αν βάλουμε κάτω τους αριθμούς πόσες χρειάζεται η Ελλάδα;
Χρειαζόμαστε επενδύσεις ίσες με το 21% του ΑΕΠ, για να συγκλίνουμε με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σήμερα βρισκόμαστε στο 14%, και αυτό το ποσοστό στηρίζεται κυρίως στο Ταμείο Ανάκαμψης. Μετά τη λήξη του, πιθανότερο είναι να υποχωρήσει, παρά να αυξηθεί. Γι’ αυτό και ο ΣΕΒ προτείνει την εφαρμογή των υπεραποσβέσεων.
Γιατί θεωρείτε τόσο σημαντικές τις υπεραποσβέσεις;
Πρόκειται για ένα απλό και αποτελεσματικό κίνητρο. Η επιχείρηση μπορεί να επενδύσει τη στιγμή που το χρειάζεται. Αν η επένδυση αποδώσει και προκύψουν κέρδη, τότε στο μέλλον επωφελείται και από ένα φορολογικό όφελος. Αντίθετα, στους αναπτυξιακούς νόμους η διαδικασία παραμένει γραφειοκρατική και χρονοβόρα, με τις εγκρίσεις να καθυστερούν 1,5 έως 2 χρόνια, ενώ τα διαθέσιμα κονδύλια είναι περιορισμένα. Έτσι, τελικά, δεν ενθαρρύνονται οι επενδύσεις.
Και γιατί δεν υιοθετούνται τότε οι υπεραποσβέσεις;
Γιατί οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες επιβάλλουν να καταγράφεται τώρα το πιθανό μελλοντικό κόστος για τα Δημόσια οικονομικά, χωρίς να υπολογίζεται το όφελος. Αυτό μπλοκάρει την εφαρμογή τους. Ένας γραφειοκρατικός κανόνας εμποδίζει ουσιαστικά να γίνει μια έκρηξη επενδύσεων.
Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να παρακάμψει αυτόν τον κανόνα;
Να τον παρακάμψει δεν μπορεί. Αυτό που μπορεί να κάνει όμως είναι να πιέσει για αλλαγή. Και δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που να μη θέλει μια τέτοια αλλαγή.
Είναι λοιπόν ζήτημα Βρυξελλών. Είναι όμως το μοναδικό πρόβλημα, το μοναδικό εμπόδιο;
Η Ευρώπη, οι Βρυξέλλες, και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η αποβιομηχάνιση δεν οδηγεί πουθενά. Χρειάζεται συνολική επανεξέταση του θεσμικού πλαισίου, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγή. Ήδη βλέπουμε ένα πρώτο σημάδι αλλαγής στην πράσινη μετάβαση όπου πλέον αντιμετωπίζεται σε συνδυασμό με την ανάγκη προστασίας της παραγωγικής βάσης. Το ίδιο πρέπει να συμβεί και με άλλους τομείς όπως με τους δημοσιονομικούς κανόνες. Μια πιο ευέλικτη προσέγγιση θα έδινε τη δυνατότητα να εφαρμοστούν εργαλεία, όπως οι υπεραποσβέσεις, που μπορούν να στηρίξουν ουσιαστικά την παραγωγή.
Ποιο θεωρείτε το πιο σοβαρό εγχώριο αντικίνητρο για τις επενδύσεις;
Για να προσελκύσεις επενδύσεις, δεν χρειάζονται μόνο κίνητρα χρειάζεται πρώτα άρση των αντικινήτρων. Για παράδειγμα, στις οργανωμένες βιομηχανικές περιοχές της Ελλάδας δεν έχουμε ελεύθερα οικόπεδα, εκτός από την Τρίπολη. Αυτό είναι αντικίνητρο.
Επίσης το χωροταξικό. Το νέο χωροταξικό πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά για να μην υπάρξουν θέματα μεταξύ βιομηχανίας, τουρισμού, εξορύξεων και ΑΠΕ που μπορεί να οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση. Χρειάζεται καθαρή οριοθέτηση, αλλιώς κινδυνεύουμε να κάνουμε το σύστημα πιο περίπλοκο απ’ όσο είναι ήδη.
Χρειάζονται νέες βιομηχανικές περιοχές;
Αν θέλουμε νέες βιομηχανίες, ναι, είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν νέες περιοχές για οργανωμένη βιομηχανική ανάπτυξη.
Ένα ακόμη θέμα το οποίο έχετε «σηκώσει ψηλά» είναι το ενεργειακό κόστος. Βλέπετε να αλλάζει κάτι σε αυτό το μέτωπο;
Το ενεργειακό κόστος είναι ένα σημαντικό αντικίνητρο για τις επενδύσεις και σοβαρό πρόβλημα για τις επιχειρήσεις και δη για τις βιομηχανίες. Ο ΣΕΒ έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις και ο πρωθυπουργός στη γενική μας συνέλευση δεσμεύτηκε ότι θα υπάρξουν παρεμβάσεις. Εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν εξελίξεις.
Κύριε Θεοδωρόπουλε, ένα άλλο πρόβλημα, σύμφωνα με τις επιχειρήσεις είναι η έλλειψη προσωπικού. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Οι βασικές αιτίες που δημιούργησαν το πρόβλημα και δεν βρίσκουν οι επιχειρήσεις εργαζόμενους, είναι τρεις. Πρώτον, η υπογεννητικότητα. Είναι το νούμερο ένα πρόβλημά μας και το νούμερο ένα εθνικό μας πρόβλημα.
Δεύτερον, πριν από κάποια χρόνια οι τεχνικές σχολές αναβαθμίστηκαν σε ανώτατες, με αποτέλεσμα σήμερα να μην εκπαιδεύουμε πια τεχνικούς κατάλληλους για τη βιομηχανία, παρά μόνο σε ελάχιστες σχολές. Ο αριθμός των ανθρώπων που εκπαιδεύονταν πριν αναβαθμιστούν τα τότε ΚΑΤΕΕ σε ΑΕΙ και ο αριθμός των ανθρώπων που σήμερα εκπαιδεύεται είναι υποπολλαπλάσιος.
Τρίτος λόγος είναι η μεγάλη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων τεχνολογιών, που απαιτούν περισσότερους μηχανικούς software, μηχανικούς παραγωγής, hardware, κ.λπ. Η Ελλάδα, για να είμαστε ειλικρινείς, έχει καλό επίπεδο εκπαίδευσης. Αλλά οι ανάγκες είναι τελικά μεγαλύτερες και άρα έχουμε κενά.
Αυτό σχετίζεται μόνο με το δημογραφικό και την εκπαίδευση ή και με τους μισθούς; Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας λέει ότι «δεν βγαίνει ο μήνας».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική πρόοδος των τελευταίων ετών δεν συμπεριέλαβε ένα 30-40% των πολιτών. Γι’ αυτό υπογράψαμε την Κοινωνική Συμφωνία, με στόχο την αύξηση των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις.
Οι μισθοί πάντως έχουν αυξηθεί σημαντικά από το 2018, και έως το 2027 εκτιμώ να ξεπεράσει ο κατώτατος τα 950 ευρώ. Μάλιστα η αύξηση των μισθών δεν υπολείπεται της αύξησης του πληθωρισμού.
Αλλά οι μισθοί δεν μπορούν να αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγικότητα. Αν συμβεί αυτό, η οικονομία θα χάσει ξανά την ανταγωνιστικότητά της και θα επιστρέψουμε στα προβλήματα της προηγούμενης δεκαετίας.
Επειδή αναφερθήκατε στην προηγούμενη δεκαετία, έχουν αντιμετωπιστεί τα βαθύτερα αίτια της κρίσης;
Όχι. Δεν κάναμε την αυτοκριτική μας, δεν καταρτίσαμε ένα δικό μας, κοινά αποδεκτό σχέδιο, όπως έκανε η Πορτογαλία. Στην Ελλάδα, οι μισοί στήριζαν τις μεταρρυθμίσεις και οι άλλοι μισοί τις πολεμούσαν για πολιτικό όφελος. Αυτή η ασυνεννοησία είναι ο βαθύτερος λόγος που τα προβλήματα παραμένουν.
Δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω αν θεωρείτε ότι ο κ. Αλέξης Τσίπρας κάνει την αυτοκριτική του στο βιβλίο του;
Ο ΣΕΒ είναι οικονομικός οργανισμός και όχι πολιτικός. Κατά συνέπεια είμαι έτοιμος να απαντήσω σε κάθε οικονομική ερώτηση, αλλά χωρίς πολιτικοποίηση.
Δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω και για τον ΟΠΕΚΕΠΕ;
Δυστυχώς δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων χρόνων. Το πρόβλημα είναι ότι αποφεύγουμε να κάνουμε και εδώ την απαραίτητη αυτοκριτική. Φυσικά υπάρχουν πολιτικές ευθύνες και κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν το σύστημα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι όλοι γνωρίζαμε ότι αυτές οι παθογένειες υπήρχαν.
Οι παθογένειες που συζητήσαμε, η έλλειψη αυτοκριτικής, τα θεσμικά κενά στον έλεγχο, οι καθυστερήσεις, δεν επηρεάζουν μόνο τη διαφάνεια αλλά και την οικονομία. Με αυτό το δεδομένο, κύριε Θεοδωρόπουλε, ποια κίνηση θεωρείτε ότι είναι κρίσιμη για να αυξηθεί η παραγωγικότητα;
Θαύματα δεν υπάρχουν. Ούτε αναμορφώνονται τα πράγματα με μια μεγάλη μεταρρύθμιση από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζονται πολλά μικρά βήματα που πρέπει να γίνουν. Γίνονται βήματα, να μην τα μηδενίζουμε. Η ηλεκτρονικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, σε μεγάλο βαθμό, βοήθησε. Απλώς, επειδή προερχόμαστε από κρίση, είμαστε ακόμη μακριά από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Βαδίζουμε. Πρέπει να βαδίσουμε ακόμη πιο γρήγορα και ακόμη πιο σταθερά.
