Μεγάλη πρόκληση το υψηλό κόστος ενέργειας και η αδυναμία πρόβλεψής του: Τι χρειάζονται η βιομηχανία και οι επιχειρήσεις
Άρθρο κας Ράνιας Αικατερινάρη, Προέδρου Εκτελεστικής Επιτροπής & Αντιπροέδρου Δ.Σ. ΣΕΒ, στο energypress.gr
Η βιομηχανία είναι ένας από τους πιο σταθερούς και ισχυρούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Από την ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα, μέχρι την εξωστρέφεια και τις καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, η συμβολή της είναι κρίσιμη. Χωρίς αυτήν, η χώρα δεν μπορεί να κάνει το αναγκαίο άλμα προς ένα πιο παραγωγικό και ισορροπημένο οικονομικό μοντέλο.
Σήμερα, η βιομηχανία στην Ελλάδα τρέχει με υψηλότερους ρυθμούς παραγωγικότητας, επενδύει συστηματικά στην τεχνολογία, εξάγει προϊόντα και πρωταγωνιστεί στη βελτίωση των μισθών. Η παραγωγικότητα του κλάδου φτάνει το 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, δηλαδή περίπου 60% υψηλότερη από τον μέσο όρο της υπόλοιπης οικονομίας.
Μόνο το 2024, οι επενδύσεις της βιομηχανίας ξεπέρασαν τα 7,1 δισ. ευρώ (19% των συνολικών επενδύσεων στη χώρα), ενώ οι εξαγωγές αγαθών άγγιξαν τα 50 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, η βιομηχανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εργοδότης, με μέσο μισθό 35% υψηλότερο από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας.
Παρά όμως τις επιδόσεις αυτές, η βιομηχανία —στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη— βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας και συνεχών αλλαγών. Παράγοντες που στο παρελθόν αποτελούσαν σταθερά θεμέλια της ευρωπαϊκής ανάπτυξης και οικονομικής ισχύος, όπως το διεθνές εμπόριο, η ασφάλεια και η φθηνή ενέργεια, σήμερα δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο.
Το ενεργειακό κόστος ως καθοριστικός παράγοντας ανταγωνιστικότητας
Το υψηλό κόστος ενέργειας και η αδυναμία πρόβλεψής του αποτελεί σήμερα ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη βιομηχανία, μαζί με την τεχνολογική επανάσταση που φέρνει το ΑΙ, καθώς και το έλλειμα εργαζομένων και κατάλληλων δεξιοτήτων.
Στη βιομηχανία το ενεργειακό κόστος αντιστοιχεί στο 15%–40% του συνολικού κόστους παραγωγής, ενώ για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες μπορεί και να υπερβαίνει αυτό το ποσοστό. Αυτό πλήττει ευθέως την ανταγωνιστικότητα και δυσκολεύει την προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά: αν οι τιμές ενέργειας για τον κλάδο του αλουμινίου ήταν 30% χαμηλότερες, η προστιθέμενη αξία και η παραγωγικότητα θα ήταν 21% υψηλότερες — ενώ αντίστοιχα οφέλη (19% και 18%) θα υπήρχαν για τη μεταλλουργία και το τσιμέντο.
Γι’ αυτό βλέπουμε πολλές ευρωπαϊκές χώρες να προχωρούν σε ισχυρά μέτρα στήριξης:
- Η Γερμανία με πρόγραμμα τριετίας με «κλείδωμα» τιμής ενέργειας στα 50 €/MWh και κόστος 4,5 δισ. ευρώ.
- Η Ιταλία με σταθερό κόστος ενέργειας για τρία χρόνια στη βιομηχανία μέσα από τις προϋποθέσεις του γνωστού πλέον ιταλικού μοντέλου.
- Γενναίες παρεμβάσεις κάνουν επίσης η Γαλλία, η Πορτογαλία και η Βουλγαρία.
Ο ΣΕΒ έχει αναδείξει το θέμα πολλές φορές, ενώ πριν από μερικούς μήνες κατέθεσε πρόταση για σχήμα στήριξης αντίστοιχο του ιταλικού μοντέλου για τις βιομηχανίες Υψηλής και Μέσης Τάσης, με τη μορφή ενεργειακού δανείου, για συνολική κατανάλωση κατά μέγιστο έως 10 TWh/έτος, για 3 έτη, από τον ΔΑΠΕΕΠ προς τους βιομηχανικούς καταναλωτές και με την υποχρέωση οι ωφελούμενοι του σχήματος να επιστρέψουν ενέργεια και όφελος σε βάθος 20ετίας, στηρίζοντας την ανάπτυξη νέων ΑΠΕ με μίγμα τεχνολογιών και αποθήκευση.
Την ίδια στιγμή, η βιομηχανία καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες μίας κακοσχεδιασμένης και γραφειοκρατικής πράσινης μετάβασης, η οποία απειλεί με εκτεταμένη αποβιομηχάνιση και μεταφορά εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας σε χώρες εκτός Ευρώπης, χωρίς μάλιστα εμφανές περιβαλλοντικό αποτέλεσμα.
Τελευταία, η Ευρώπη φαίνεται να αλλάζει πορεία, επιδιώκοντας μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση. Στις πιο πρόσφατες θετικές αποφάσεις περιλαμβάνονται:
- Η ελάφρυνση του ρυθμιστικού βάρους χάρη στις αλλαγές στις οδηγίες CSRD για τις εκθέσεις βιωσιμότητας και CSDDD για τη δέουσα επιμέλεια, με τις υποχρεώσεις να περιορίζονται στις μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Άνω των 1.750 εργαζόμενοι και >€450 εκ. κύκλος εργασιών τα νέα όρια για την CSRD και άνω των 5.000 εργαζομένων και €1,5 δισ. κύκλο εργασιών για την CSDDD.
- Το Νέο Πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για καθαρή βιομηχανία (CISAF) και το Σχέδιο Δράσης για Προσιτή Ενέργεια, που προβλέπουν χαμηλότερη φορολόγηση στους λογαριασμούς ρεύματος και μείωση τελών δικτύου μέσω κρατικής χρηματοδότησης.
- Η Απλοποίηση του CBAM και δραστική μείωση των υπόχρεων κατά 90% (182.000 επιχειρήσεις, κυρίως ΜμΕ).
Παρόλα αυτά, υπάρχουν ακόμη κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να λυθούν:
- Στα πλαίσια του CBAM, η ανάγκη επανεξέτασης της μείωσης των δωρεάν δικαιωμάτων για τις εξαγωγές εκτός ΕΕ από το 2026 και μετά.
- Η θέσπιση ρεαλιστικών στόχων για το 2040 και η επανεξέταση του ρυθμού μείωσης των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων του ETS από το 2028 και μετά.
Συνολικά, η Ευρώπη χρειάζεται πιο τολμηρές και συντονισμένες αποφάσεις. Οι σημερινές λύσεις κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν δίνουν άμεσα αποτελέσματα και συχνά ευνοούν χώρες με μεγάλα δημοσιονομικά περιθώρια. Το σημαντικότερο: δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική που να οδηγεί σε μια πραγματική και λειτουργική ενεργειακή ένωση.
Πέραν του ανταγωνιστικού σκέλους της ενέργειας, χρειάζεται να δώσουμε προσοχή και στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις που αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο μέρος του κόστους, πέραν των ανταγωνιστικών χρεώσεων. Ομοίως, πρέπει να δώσουμε έμφαση και στην ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών. Ενδεικτικά αναφέρονται:
Αντιστάθμιση CO₂
Για τον ΣΕΒ, η συνέχιση και αύξηση της αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO₂ μέχρι το 2030 είναι κρίσιμη. Και πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο προβλέψιμο, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να σχεδιάζουν αποτελεσματικά την παραγωγή τους. Σήμερα, η ενίσχυση χορηγείται μειωμένη και καθυστερημένα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
ΕΤΜΕΑΡ, ΥΚΩ και διασυνδέσεις
Εκκρεμεί η εκκαθάριση του ΕΤΜΕΑΡ για τα έτη 2023–2025, καθώς και η κοινοποίηση του νέου σχήματος ενίσχυσης προς έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ταυτόχρονα, υπάρχει προσδοκία μείωσης των χρεώσεων ΥΚΩ χάρη στις νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται άμεσα. Για το 2024, οι ΥΚΩ φτάνουν τα €960 εκατ., γ’ αυτό είναι σημαντικό να υπάρξει σχετική παρέμβαση.
Το ΕΣΕΚ χρειάζεται συνεχή επικαιροποίηση
Το ΕΣΕΚ προβλέπει συνολική αποκλιμάκωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και των χρεώσεων δικτύου, χωρίς όμως να εξηγεί επαρκώς τις παραδοχές. Σε ένα περιβάλλον που αλλάζει τόσο γρήγορα, το ΕΣΕΚ πρέπει να επικαιροποιείται τακτικά, και πάντα σε συνεργασία με όλη την αγορά.
Ποιότητα και επάρκεια δικτύου
Σε περιοχές πυκνών βιομηχανικών συγκεντρώσεων παρατηρούνται σήμερα σοβαρά ζητήματα ποιότητας δικτύου, όπως πτώσεις τάσης, αλλά και ανεπαρκής ηλεκτρικός χώρος. Τα ζητήματα αυτά απαιτούν τόσο τεχνικές παρεμβάσεις όσο και έναν πιο συνεκτικό μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό και επενδύσεις σε δίκτυα που να λαμβάνουν υπόψη τόσο τις τωρινές όσο και τις μελλοντικές ανάγκες της βιομηχανίας και των επιχειρήσεων. Ο συντονισμός προϋποθέτει συνεργασία μεταξύ υπουργείων, καθώς συνδέεται και με την αναπτυξιακή στρατηγική για τη χώρα, όπως και παραγωγικών φορέων.
Στο πλαίσιο αυτό, πρόκληση αποτελεί και η ενεργειακή κατανάλωση των data centers και της αυξανόμενης χρήσης Τεχνητής Νοημοσύνης. Η εξέλιξη αυτή απαιτεί προσεκτική μελέτη, λαμβάνοντας υπόψη τους υφιστάμενους περιορισμούς των ενεργειακών υποδομών και των δικτύων.
Για όλα τα παραπάνω, χρειάζεται ανοικτός και συστηματικός διάλογος, με τολμηρές πρωτοβουλίες σε εγχώριο και ευρωπαϊκό επίπεδο, στο πλαίσιο μιας συνεκτικής και ρεαλιστικής ενεργειακής πολιτικής που θα διορθώνει τυχόν αστοχίες του παρελθόντος και θα έχει τους καταναλωτές στο επίκεντρο των αποφάσεων κάθε ενεργειακού σχεδιασμού και λειτουργίας της αγοράς.
